Συνήθως βλέπουμε να επανέρχονται ουσιαστικά τέσσερα διαφορετικά είδη: η προσευχή, η επίθεση των χειρών πάνω στον ασθενή και η χρήση ελαίου και νερού, που είχαν λάβει την ευλογία του αγίου.1 Από αυτά, η προσευχή είχε βέβαια την καθολικότερη εφαρμογή.
Οποιαδήποτε άλλα μέσα και αν αξιοποιούνταν, η χρήση της προσευχής ήταν δεδομένη και υπήρχαν ορισμένοι χαρισματικοί ασκητές οι οποίοι θεράπευαν σχεδόν αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο.2 Η αναγκαιότητα επίκλησης του Θεού μέσω της προσευχής τόνιζε τη λειτουργία του αγίου ως μεσολαβητή της θεϊκής δύναμης. Αφού ο άγιος είχε επικαλεστεί τη θεϊκή παρέμβαση και η δύναμη του Θεού είχε περάσει σε αυτόν, μπορούσε να τη μεταφέρει στον ασθενή είτε άμεσα, μέσω του αγγίγματος,3 είτε έμμεσα, μέσω κάποιου φυσικού υλικού. Το λάδι και το νερό αναφέρονται συνήθως ως τα κατεξοχήν υλικά μεταφοράς της δύναμης του αγίου, η οποία μπορούσε έτσι να ταξιδέψει και να χρησιμοποιηθεί σε οποιονδήποτε τόπο και χρόνο, χωρίς να απαιτείται η παρουσία του ίδιου. Εκτός από το λάδι και το νερό, οποιοδήποτε υλικό είχε έλθει σε επαφή με τον άγιο ήταν
δυνατό να λειτουργήσει ως φορέας της δύναμής του. Τέτοια υλικά μέσα ήταν, για παράδειγμα, ένα κομμάτι από τη ζώνη του ή την κλίνη του ή το στύλο όπου διέμενε, χώμα από τον τόπο όπου κατοικούσε,4 αντικείμενα που είχε κατασκευάσει ο ίδιος ή αντικείμενα που έφεραν την εικόνα του.5 Η μεταφορά της ευλογίας και της θεραπευτικής δύναμης σε ποικίλα αντικείμενα δεν περιοριζόταν στους ζωντανούς αγίους αλλά εφαρμοζόταν επίσης στα λείψανα και τους τάφους τους, ενώ από τον 5ο αι. η πίστη αυτή οδήγησε και σε μια ακμάζουσα βιοτεχνική παραγωγή.6
Για το περιεχόμενο της προσευχής συνήθως δεν δίνονται πληροφορίες. Γνωρίζουμε ότι ο Παχώμιος διέθετε προσευχές σε γραπτή μορφή, κατάλληλες για διάφορες περιστάσεις, που ενδεχομένως αποτελούσαν νέες συνθέσεις.1 Πάντως η συνηθέστερη πρακτική ήταν να χρησιμοποιούνται χωρία από τις Γραφές. Ο Αντώνιος συμβούλευε τους μοναχούς να αντιμετωπίζουν συγκεκριμένους δαιμονικούς πειρασμούς με λόγια του Ιησού,2 ενώ ο Ευάγριος, στον ογκώδη Ἀντιρρητικό του, αντιστοίχησε έναν μεγάλο αριθμό αποσπασμάτων από τις Γραφές με δαιμονικούς πειρασμούς. Σε ένα από τα αποφθέγματα των πατέρων, ο Ποιμήν εμφανίζεται να λέει ότι, ακόμα και αν ο μοναχός δεν καταλαβαίνει τη δύναμη των λέξεων που εκφέρει εναντίον των δαιμόνων, οι δαίμονες τις ακούν και αποσύρονται φοβισμένοι.3 Τέτοιες απόψεις παραπέμπουν σε μια χρήση του λόγου μαγική, η οποία δεν φαίνεται να διαφέρει ουσιαστικά από τον τρόπο που χρησιμοποιούνταν οι επωδοί και τα ξόρκια στο πλαίσιο της παραδοσιακής λατρείας και ιδιαίτερα στον τομέα της θεραπείας.4 Πράγματι, έργα σαν τον Ἀντιρρητικό του Ευάγριου και
συγγενικά συγγράμματα του Αθανάσιου και άλλων πατέρων, που αντλούσαν λόγους ισχύος από τις Γραφές, έχουν θεωρηθεί συγκρίσιμα με εγχειρίδια μαγικών επωδών. Σε αυτό το πλαίσιο το όνομα του Ιησού και τα χωρία των Γραφών μπορεί να λειτουργούσαν σαν ξόρκια.5 Φαίνεται μάλιστα ότι οι Γραφές δεν αποτελούσαν τη μόνη πηγή τέτοιων έργων, καθώς έχει επισημανθεί ότι μοναχοί και μέλη του κλήρου συμμετείχαν στην παραγωγή ανάλογων εγχειριδίων, που συνδύαζαν στοιχεία αιγυπτιακά, ιουδαϊκά και χριστιανικά και στόχευαν στην τελετουργική αντιμετώπιση ποικίλων προβλημάτων.6
Τον ίδιο χαρακτήρα πιθανότατα είχαν και τα υπόλοιπα θεραπευτικά μέσα. Υλικά, όπως το λάδι, το νερό και το χώμα, αποτελούσαν παραδοσιακά οχήματα του ιερού, ενώ δεν λείπουν στοιχεία για παραγωγή και χρήση φυλαχτών από μοναχούς.1 Ο ηγούμενος της Λευκής Μονής Σενούτα επέκρινε έναν αξιωματούχο για την επιλογή του να εναποθέσει τις ελπίδες θεραπείας του σε ένα φυλαχτό από νύχια αλεπούς, που του είχε δώσει κάποιος σπουδαίος μοναχός.2 Πέραν της ομοιότητας στο επίπεδο των πρακτικών, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι ο παραδοσιακός ιερέας και ο μοναχός αποτελούσαν εναλλακτικές ιδιότητες που μπορεί να αποδίδονταν στα ίδια πρόσωπα. Σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, βλέπουμε έναν εθνικό ιερέα και τους γιους του να προσχωρούν στον μοναχισμό και να εξακολουθούν να παίζουν τους ίδιους ρόλους στον ίδιο χώρο.3
Τα παραπάνω στοιχεία εντάσσουν τους ασκητές σε μια ευρύτερη τάση διατήρησης παραδοσιακών πρακτικών επίκλησης της θεϊκής ή υπερφυσικής δύναμης.4 Συχνά έχουν θεωρηθεί αρκετά για να δικαιολογήσουν την κατάταξη της θεραπευτικής προσέγγισης των μοναχών στην κατηγορία της παραδοσιακής τελετουργίας και μαγείας. Είναι αλήθεια ότι ηγετικές φυσιογνωμίες της εκκλησίας, αλλά και ορισμένοι πατέρες των μοναχών, αντιλαμβάνονταν αυτήν τη σύνδεση. Θεωρούσαν τις τελετουργικές πρακτικές, ακόμα και τη λατρεία των λειψάνων, στοιχεία ασύμβατα με τον Χριστιανισμό και προσπάθησαν να τα περιορίσουν.5 Από την άλλη μεριά, οι χριστιανοί συγγραφείς, παρά τις ενστάσεις τους για τις πρακτικές αυτές, δεν έθεταν τους πιστούς που τις ακολουθούσαν εκτός θρησκείας. Ο Σενούτα, παρότι καταδίκαζε εμφαντικά όλα τα παγανιστικά στοιχεία, δεν τα συνέδεε με
λατρεία δαιμόνων ή μαγεία, αλλά έκανε λόγο για ματαιότητα, απάτη και ασέβεια.1 Είναι επίσης απίθανο ότι όσοι χρησιμοποιούσαν μαγικά μέσα θεωρούσαν τους εαυτούς τους λιγότερο χριστιανούς.2 Επιπλέον, στις πηγές μας βλέπουμε, δίπλα στη χρήση μέσων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μαγικά, μια πολύ μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο της αρετής και του βίου των μοναχών για την απόκτηση υπερφυσικής δύναμης.3 Οι θεραπευτές της ερήμου θεωρούνταν οι ίδιοι ως τα καταλληλότερα πρόσωπα για να απευθυνθούν στον Θεό, διότι ο ασκητικός βίος τούς έφερνε ένα βήμα πιο κοντά στο θείο και τους επέτρεπε να απευθύνονται σε αυτό για χάρη τρίτων.4 Η θεραπευτική τους δραστηριότητα συχνά υποτασσόταν σε ανώτερους ηθικούς και θρησκευτικούς σκοπούς.5 Οι ασθενείς δεν θεραπεύονταν μόνο με την επίκληση ενός ονόματος αλλά και με την επανόρθωση της αμαρτίας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά βέβαια δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ανήκουν στην περιοχή της μαγείας.
Στη νεότερη έρευνα έχουν γίνει προσπάθειες να οριοθετηθούν οι έννοιες της μαγείας και της θρησκείας. Χαρακτηριστικά όπως η γνήσια πίστη σε έναν Θεό και η ανάληψη ηθικών δεσμεύσεων, θεωρούνται ότι παραπέμπουν περισσότερο στην έννοια της θρησκείας, σε αντίθεση με τον καθαρά τεχνικό χαρακτήρα της μαγείας.6 Από την άλλη μεριά τέτοιου είδους επιχειρήματα σχεδόν συμπίπτουν με εκείνα που χρησιμοποίησαν οι χριστιανοί πατέρες για να αντιμετωπίσουν τις καταγγελίες για άσκηση μαγείας στον Χριστιανισμό.7 Και όπως δεν κατάφεραν τα επιχειρήματα αυτά να σταματήσουν τις καταγγελίες για μαγεία, κατά τον ίδιο τρόπο η αναπαραγωγή τους σήμερα δεν μπορεί να δώσει μια οριστική απάντηση στο πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στη μαγεία και τη θρησκεία.
Η δυσκολία της διάκρισης ανάμεσα στη μαγεία και το θαύμα έγκειται στο ότι βασιζόταν κυρίως στην οπτική γωνία του παρατηρητή.1 Οι ίδιες πρακτικές, αν πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια του Θεού ήταν θαύματα, ενώ αν στηρίζονταν στη βοήθεια των δαιμόνων ήταν μαγεία.2 Άλλωστε το επιχείρημα της μαγείας ήταν μια κατηγορία που επέρριπταν οι θρησκευτικοί αντίπαλοι ο ένας στον άλλο, μετατρέποντας τους θρησκευτικούς ανταγωνισμούς σε αντιπαράθεση μεταξύ θρησκείας και μαγείας.3 Η προσπάθεια ταξινόμησης των τελετουργικών πρακτικών, που είδαμε παραπάνω, σε κατηγορίες με διακριτά όρια είναι στην πραγματικότητα παραπλανητική.
Στο πεδίο της καθημερινότητας, των συνηθειών, του τρόπου ικανοποίησης των αναγκών, οι διαφορές και τα όρια ανάμεσα στη μαγεία και τη θρησκεία, τον παγανισμό και τον Χριστιανισμό είναι πολύ ρευστά. Οι άνθρωποι της εποχής αναζητούσαν τη θεϊκή δύναμη αδιαφορώντας για την καθαρότητα των μέσων που χρησιμοποιούσαν.4 Έτσι, βλέπουμε για παράδειγμα χριστιανούς να προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις προγνωστικές δυνάμεις των πνευμάτων που κατείχαν τους δαιμονισμένους ή έναν μοναχό να αξιοποιεί την κατοχή του από πνεύμα για να προφητεύσει.5 Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση τελετουργικών μέσων από τους μοναχούς πιθανότατα ξεκινούσε από τις επιθυμίες των πιστών. Πολλές φορές η χρήση ελαίου για θεραπευτικούς σκοπούς δεν ήταν αποτέλεσμα επιλογής των χαρισματικών αλλά συγκατάβασης στις επίμονες απαιτήσεις των ασθενών τους.6
Ο Παφνούτιος πρέπει να υποχώρησε στο αίτημα ενός ασθενούς, ο οποίος, στη θερμή επιστολή του προς τον άγιο, ζητούσε την αποστολή ελαίου, ενώ παράλληλα υπογράμμιζε με έμφαση ότι όλες του οι ελπίδες βρίσκονταν στη βοήθεια που προσδοκούσε να λάβει από τον Χριστό μέσω των προσευχών του αγίου.1 Φαίνεται επομένως ότι οι χαρισματικοί ασκητές συμμετείχαν σε ένα διαμορφωμένο λατρευτικό τοπίο και χρησιμοποιούσαν μεθόδους και μέσα βαθιά ριζωμένα στις νοοτροπίες και τις προσδοκίες των πιστών
. Όλες οι κινήσεις και οι επιλογές μέσα από τις οποίες προφήτευαν, πολεμούσαν τους δαίμονες και θεράπευαν, ακολουθούσαν πρότυπα αναγνωρίσιμα από τον πολιτισμό που τους περιέβαλλε, τα οποία ήταν παραδοσιακά, δεν μεταβάλλονταν εύκολα με τον χρόνο και μεταφέρονταν από θρησκεία σε θρησκεία.2 Αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί βέβαια να χαρακτηρίσει τη θεραπευτική τους προσέγγιση ως μαγική. Κυρίως όμως αγνοεί όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αγίων ως ασκητών και ως θεραπευτών.












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
αφήστε την γνώμη σας