Στις πηγές μας διαφαίνεται συχνά η άποψη ότι το χάρισμα, πολλές φορές, λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη βούληση εκείνου που το κατείχε. Ο άγιος ενδέχεται να αποκάλυπτε τα κρυφά αμαρτήματα των άλλων χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση ή να ομολογούσε ευθέως ότι δεν ήταν αυτός κύριος του χαρίσματός του.3 Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για το χάρισμα της ίασης.
Οι χαρισματικοί θεραπευτές συχνά τόνιζαν ότι η θεραπεία των ασθενών δεν εξαρτιόταν από εκείνους αλλά από το θέλημα του Θεού.4 Αυτή η αυτονόμηση του χαρίσματος από τον χαρισματικό είναι ιδιαίτερα έκδηλη σε μια σειρά από θεραπείες, που γίνονταν χωρίς ο άγιος να θεραπεύει. Έτσι, το λάδι μπορούσε να αποκτήσει θεραπευτική δύναμη αν παρέμενε μια νύχτα έξω από την πόρτα του αγίου, οι ασθενείς να θεραπευτούν αν παρέμεναν έξω από το κελλί του, τα δαιμόνια να φύγουν αν ο χαρισματικός πλησίαζε τον δαιμονισμένο.1
Ίσως λοιπόν ο άγιος να μη μπορούσε να θεραπεύσει πάντοτε όταν ήθελε, από την άλλη όμως μεριά ήταν ικανός να θεραπεύσει ακόμα και όταν δεν ήθελε. Αυτή η πίστη έκανε τους ανθρώπους συχνά να προσπαθούν να αγγίξουν τους χαρισματικούς θεραπευτές και οι πηγές μας αναφέρουν περιπτώσεις ασθενών που θεραπεύτηκαν με αυτόν τον τρόπο.2 Παραδείγματα σαν αυτά, μας οδηγούν σε μια οπτική των αγίων περισσότερο ως ιερών τόπων και λιγότερο ως ιερών προσώπων.3 Η αντίληψη βέβαια αυτή δεν απέχει πολύ από τη λατρεία των λειψάνων, η οποία, την ίδια περίοδο, γνώρισε μεγάλη εξάπλωση.4
Η χριστιανική εκκλησία προώθησε συστηματικά αυτήν τη λαϊκή πίστη, καθώς η ιερότητα των σωμάτων, των λειψάνων και των τάφων τής επέτρεπαν να δημιουργήσει νέους ιερούς τόπους ή να επαναπροσδριορίσει τους παλιούς.5 Από την άποψη αυτή, οι χαρισματικοί, ως φορείς αγιότητας, εκπλήρωναν τους ίδιους περίπου ρόλους και κάλυπταν τις ίδιες ανάγκες είτε ήταν ζωντανοί είτε νεκροί.6 Ένας χαρισματικός άγιος ήταν πιθανό να μετατραπεί σε λείψανο, συνήθως μετά το θάνατό του, αλλά κάποτε ακόμα και πριν από αυτόν.7
Ενδεικτική είναι η ανατριχιαστική περιγραφή του Θεοδώρητου για τις αντιδράσεις του πλήθους, όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Ιάκωβος ήταν άρρωστος και επρόκειτο να πεθάνει: οι συγκεντρωμένοι περίοικοι προσπαθούσαν να αρπάξουν το σώμα και μαδούσαν τα μαλλιά του ενώ αυτός ήταν ακόμη ζωντανός.1 Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζουν το χάρισμα της ίασης κάπως αυτονομημένο από τον χαρισματικό. Είναι μια δύναμη που εδρεύει σε αυτόν αλλά μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τον ίδιο σαν προσωπικότητα, σαν ζωντανή ατομικότητα.
Η αγιότητα μοιάζει να υπάρχει και να δρα από το σώμα του αγίου, ενώ η βούληση εκείνου έχει δευτερεύουσα σημασία. Στην ίδια λογική κινείται και μια άποψη που εμφανίζεται στις πηγές μας, σύμφωνα με την οποία το χάρισμα δεν ήταν αποτέλεσμα συνειδητής προσπάθειας αλλά μέρος της φύσης του αγίου.2
Ο βιογράφος του Παχωμίου παρουσιάζει τους πρώτους ασκητές που έρχονταν να ασκητέψουν κοντά του να δηλώνουν ότι έως τότε νόμιζαν ότι οι άγιοι, όπως και οι αμαρτωλοί, ήταν τέτοιοι εκ φύσεως, ότι είχαν γεννηθεί άγιοι με τη δύναμη του Θεού και ότι δεν είχαν τη δυνατότητα οι ίδιοι να επέμβουν και να αλλάξουν αυτήν τη φύση τους.3 Στο κείμενο υποτίθεται ότι το παράδειγμα του Παχωμίου, ο οποίος καταγόταν από εθνικούς γονείς, αποδείκνυε το αντίθετο, ότι δηλαδή η αγιότητα επιτυγχάνεται με την προσπάθεια και τον αγώνα.
Ωστόσο ο συγγραφέας του κειμένου σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στην παιδική ηλικία του αγίου, αναφέρει ότι, όταν οι γονείς του τον πήγαν στον ναό για να λάβει μέρος σε θυσία, ο ιερέας, υπό την επιρροή των δαιμόνων, τον έδιωξε μαινόμενος, αποκαλώντας τον εχθρό των θεών. Κατά τον συγγραφέα, η αντίδραση των δαιμόνων δεν οφειλόταν στο ότι γνώριζαν εκ των προτέρων τη μελλοντική εξέλιξή του, αλλά στο ότι έβλεπαν και τότε πως ο Θεός τον είχε κάνει ευθύς εξαρχής άνθρωπο ευθύ.4 Παρόμοια εικόνα μας δίνει και ο Αθανάσιος για τα παιδικά χρόνια του Αντωνίου. Σύμφωνα με την περιγραφή του, ο Αντώνιος από μικρός διέφερε από τα άλλα παιδια, καθώς παρουσίαζε μια κλίση και έφεση στην ενσάρκωση των χριστιανικών αρετών.1
Οι παραπάνω αναφορές στην παιδική ηλικία των αγίων αποτελούν βέβαια κοινούς τόπους στα αγιογραφικά κείμενα και εύλογα θα τις τοποθετούσε κανείς στην περιοχή του μύθου. Ωστόσο δείχνουν ότι ορισμένες φορές η αγιότητα δεν θεωρείτο αποτέλεσμα επιλογών, τρόπου ζωής και συνειδητής προσπάθειας, αλλά, αντίστροφα, τα χαρακτηριστικά του βίου έρχονταν ως αποτέλεσμα της αγιότητας, η οποία κατά κάποιο τρόπο ενυπήρχε στην ίδια τη φύση του αγίου.
Κατ’ επέκταση, το χάρισμα, ως μορφή εκδήλωσης της αγιότητας, δεν εμφανίζεται ως ιδιότητα που μπορεί κανείς να αποκτήσει τηρώντας κάποιες προϋποθέσεις, αλλά ως γέννημα της φύσης. Οι ασκητές είχαν παρατηρήσει ότι ορισμένοι από τους πατέρες είχαν το χάρισμα να λάμπει το πρόσωπό τους και να μοιάζουν με αγγέλους.2 Από την άποψη αυτή, το ιαματικό χάρισμα ήταν μια ικανότητα που δεν απείχε πολύ από την έννοια του φυσικού χαρίσματος, όπως την κατανοούμε σήμερα.Ωστόσο, η κυρίαρχη άποψη που βρίσκουμε στα κείμενα είναι εντελώς διαφορετική.
Το χάρισμα της θεραπείας όχι μόνο ήταν επίκτητο, αλλά η απόκτησή του απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια.3 Τα χαρίσματα συνήθως δίνονταν μετά από πολλά χρόνια άσκησης και μάλλον σε προχωρημένες ηλικίες. Η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα: ο Μακάριος ο Αιγύπτιος πήγε στην έρημο στα τριάντα του και, επειδή σε ηλικία σαράντα ετών απέκτησε χάρισμα ιαμάτων και προρρήσεων, τον ονόμαζαν παιδαριογέροντα.4 Αυτό σημαίνει ότι τα χαρίσματα τα είχαν κανονικά οι γέροντες. Ο Ιωάννης ο Λυκοπολίτης αναχώρησε σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, από τα τριάντα του ασκήτευσε σε απομόνωση, και έλαβε το χάρισμα των προρρήσεων μετά από τριάντα χρόνια.1 Η προϋπόθεση της μακροχρόνιας άσκησης και της ηλικίας αφενός είχε να κάνει με την απαιτούμενη εμπειρία και πρόοδο στον ασκητικό βίο, αφετέρου συμβάδιζε με το γεγονός ότι οι χαρισματικοί ήταν συχνά και ιεραρχικά ανώτεροι στις κοινότητες των ασκητών.
Ανήκαν στην τάξη των πνευματικών πατέρων, των διδασκάλων που ρύθμιζαν τις ζωές των απλών μοναχών και αποτελούσαν τα υψηλά πρότυπα του ασκητικού βίου. Συνεπώς, για να αποκτήσει κανείς το χάρισμα της ίασης, έπρεπε να αγωνιστεί για πολλά χρόνια στην ασκητική ζωή, να έχει δείξει σαφέστατα σημάδια προόδου και να έχει επιτύχει σε έναν σημαντικό βαθμό τους στόχους του ασκητικού βίου. Με δυο λόγια, το χάρισμα της θεραπείας δινόταν από τον Θεό με κριτήριο τον βίο του ασκητή. Το πρόβλημα με αυτό το κριτήριο είναι ότι δεν αφορούσε μόνο τα ιαματικά χαρίσματα. Η δύναμη της θεραπείας εμφανίζεται να πηγάζει από την ίδια πηγή που παρείχε όλα τα χαρίσματα, χωρίς να μας δίνονται ειδικές προϋποθέσεις. Όποιος προσέγγιζε τον Θεό με τον ασκητικό τρόπο, ήταν πιθανό να λάβει χαρίσματα.
Το ποια θα ήταν αυτά εξαρτιόταν μάλλον από τη βούληση του Θεού που τα παρείχε. Η εξήγηση της θεραπευτικής δύναμης των ασκητών ως αποτέλεσμα της βούλησης του Θεού δεν μοιάζει να είναι περισσότερο διαφωτιστική από την ερμηνεία της ως φυσικό χάρισμα. Στην ουσία και οι δύο αυτές προσεγγίσεις, παρά τις διαφορές τους, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Το ιαματικό χάρισμα, είτε αποτελούσε μια φυσική ικανότητα και κλίση, είτε παρεχόταν από τον Θεό σε κάποιους από τους ασκητές με κριτήριο τον βίο τους, η ουσία είναι ότι δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια συγκεκριμένη μέθοδος ή συνταγή απόκτησής του.
Δεν μαρτυρείται η ύπαρξη κάποιας εκπαίδευσης, ειδίκευσης ή γνώσης που μπορούσε να οδηγήσει στη θεραπεία των ασθενών. Οι πηγές δεν μας δίνουν πολλές επιλογές. Αν θέλουμε να διερευνήσουμε την προέλευση του χαρίσματος, είμαστε υποχρεωμένοι να στραφούμε στον βίο των μοναχών και να εξετάσουμε τη σχέση που πιθανόν υπάρχει ανάμεσα στα χαρακτηριστικά αυτού του βίου και την απόκτηση των χαρισμάτων γενικά, και, όσο αυτό είναι δυνατό, του ιαματικού χαρίσματος ειδικά. Η εικόνα που δίνουν τα κείμενα της ασκητικής γραμματείας για τους στόχους και τα χαρακτηριστικά του ασκητικού βίου είναι σε γενικές γραμμές σαφής και ομοιογενής.
Τελικός στόχος του ασκητικού ιδεώδους ήταν η θεία θεωρία, δηλαδή η άμεση επαφή και συνομιλία του ασκητή με τον Θεό. Πρόκειται για έναν καθαρά ατομικό στόχο που επιδιωκόταν με σκληρό προσωπικό αγώνα. Το ιδανικό ήταν η πλήρης σίγαση των παθών, όπως περιγράφεται από το υπεράνθρωπο ιδεώδες της απάθειας, η οποία, κατά κοινή ομολογία, ήταν εφικτή. Έχοντας κατακτήσει την απάθεια ο ασκητής, ελεύθερος από όλες τις μέριμνες, ήταν ικανός να ελέγχει απόλυτα τους λογισμούς του, να κατευθύνει τον νου του προς τον Θεό και να αποκαταστήσει την επαφή μαζί του. Σε μια τέτοια κατάσταση, ο άγιος δεν ζούσε πλέον ακριβώς στη γη αλλά ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτή, διάγοντας τον αποκαλούμενο αγγελικό βίο. Αυτός ήταν και ο βίος στον οποίο χορηγούνταν απλόχερα τα χαρίσματα από τον Θεό. Ο ασκητής που είχε φτάσει σε τέτοιο ύψος μπορούσε να βλέπει οράματα Στην πράξη, η επιδίωξη αυτού του ιδεώδους βασιζόταν σε μια σειρά επιλογών, οι οποίες συνθέτουν τη γενική μας εικόνα για τον ασκητικό βίο. Μία από τις πρώτες και κυριότερες προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν η απόσυρση από την κοινωνία και η απομόνωση.1
Ο ασκητής αναχωρούσε από την οικουμένη, εγκαθίστατο σε κάποιο κελλί ή κάποιον τάφο στην έρημο και περνούσε μεγάλα διαστήματα σε απόλυτη απομόνωση από κάθε ανθρώπινη επαφή. Η αναχώρηση, όπως περιγράφεται στα κείμενα, δεν ήταν μόνο μια κίνηση απομάκρυνσης από την κοινωνία, αλλά μια συνειδητή προσπάθεια πλήρους αποξένωσης. Ο ασκητής έπρεπε να απαλλαγεί από οποιεσδήποτε κοινωνικές υποχρεώσεις, να διακόψει όλες τις συγγενικές του σχέσεις, να αρνείται, τουλάχιστον για και αποκαλύψεις, να προλέγει το μέλλον, να θεραπεύει και γενικά να έχει από τον Θεό ό,τι ζητήσει. κάποιο διάστημα, να δει οποιονδήποτε ή να τον δουν, να διαγράψει ακόμα και τις αναμνήσεις της κοινωνικής ζωής.1
Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ασκητικού βίου βρισκόταν βέβαια στον τρόπο αντιμετώπισης του σώματος και των αναγκών του. Το ιδεώδες της απάθειας περνούσε μέσα από τη ριζική αντιμετώπιση των σωματικών παθών, με βασικό χαρακτηριστικό τη στέρηση. Οι ανάγκες του σώματος για τροφή, ύπνο, ερωτική επαφή, αντιμετωπίζονταν από τους ασκητές ως εχθροί, εμπόδια στην προσπάθεια προσέγγισης του Θεού. Έτσι, η νηστεία, η αγρυπνία, η ερωτική αποχή και γενικότερα η άρνηση ικανοποίησης των σωματικών αναγκών και η καταπίεση όλων των σωματικών επιθυμιών, αποτελούσαν κατεξοχήν γνωρίσματα του βίου των μοναχών.
Συχνά η σωματική άσκηση εκδηλωνόταν ως επιθετικότητα απέναντι στο σώμα, μέσω της υιοθέτησης πρακτικών αυτοτιμωρίας και αυτοβασανισμού.2 Άλλες φορές πάλι τη βλέπουμε να εκφράζεται ως ανοιχτή αδιαφορία για την υγεία. Σύμφωνα με τα πρότυπα που προβάλλονται από τα κείμενα, οι ασκητές μπορεί να μην πλένονταν ποτέ,3 να στερούνταν εκουσίως την τροφή σε σημείο το σώμα τους να αποσκελετωθεί,4 να αποκτούσαν ένα σώμα καταβεβλημένο από τους πολλούς κόπους.5 Οι ακραίες τους επιλογές ήταν πιθανό να προκαλέσουν και ασθένειες, κάτι που γνώριζαν καλά αλλά δεν έκαναν ό,τι έπρεπε για να το αποφύγουν, ενώ ορισμένες φορές φαίνεται πως το επιδίωκαν κιόλας.1 Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα η ασθένεια αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία άσκησης, την οποία υπέμεναν επιδεικνύοντας έντονη αδιαφορία για τη θεραπεία της. Το να μην κάνει ένας ασκητής τίποτε για να θεραπευτεί αλλά να συνεχίζει τον ίδιο βίο παρά την ασθένεια ήταν επίσης ένα κατόρθωμα που άξιζε πολλούς επαίνους.2 Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ασκητικού βίου, κάνουν την απόκτηση του χαρίσματος της ίασης να μοιάζει αινιγματική και παράδοξη.
Ο ισχυρισμός ότι η δύναμη της θεραπείας ασθενών δινόταν σε ανθρώπους οι οποίοι διακρίνονταν για την καταπόνηση του σώματός τους, αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την ασθένεια και τη θεραπεία της και ενδιαφέρονταν κυρίως για την προσωπική τους σχέση με τον Θεό και όχι για τους ανθρώπους, εμπεριέχει μια προφανή αντίφαση. Οι πηγές μας ισχυρίζονται ότι οι χαρισματικοί θεραπευτές αναδεικνύονταν μέσα από έναν βίο που έχει ελάχιστη σχέση με την έννοια της θεραπείας, ή μοιάζει να αντιβαίνει πλήρως σε αυτή. Το ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η αντίφαση, δηλαδή με ποια λογική αναγνωριζόταν η κατοχή της θεραπευτικής δύναμης από ασκητές με τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Η πίστη στη δύναμη πολλών ασκητών να τελούν θαυματουργικές θεραπείες θεμελιωνόταν στην πραγματικότητα του θαύματος που συντελείτο, σε ένα πρώτο επίπεδο, πάνω στα σώματα των ίδιων. Η παραδοξότητα της κατοχής του ιαματικού χαρίσματος από τους ασκητές βασιζόταν πιθανότατα στην παραδοξότητα που ενυπήρχε στο γεγονός ότι οι ίδιοι κατάφερναν να διατηρούν την υγεία τους. Το να διατηρεί ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος τη σωματική του υγεία ήταν κάτι το φυσιολογικό. Το να πετυχαίνει το ίδιο όμως ένας ασκητής ήταν θαύμα. Αυτό φαίνεται πολύ καλά στην περίπτωση του Αντωνίου. Όταν ο Αντώνιος βγήκε για πρώτη φορά στον κόσμο μετά από είκοσι χρόνια απομόνωσης, οι παριστάμενοι θαύμασαν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι το σώμα του απλά είχε διατηρηθεί στην ίδια κατάσταση και δεν ήταν ούτε πιο παχύ παρά την απουσία γύμνασης, ούτε πιο λεπτό παρά τις νηστείες και τις μάχες με τους δαίμονες. Παρά την ένταση της άσκησής του, ο Αντώνιος παρέμεινε απόλυτα υγιής μέχρι τα βαθιά γεράματα, ακόμα και σε μέρη του σώματος στα οποία πάσχουν συνήθως οι γέροντες. Το θαύμα που συντελείτο στο σώμα του Αντωνίου συμπληρώνεται από την πληροφορία ότι πέθανε σε ηλικία 105 ετών.1
Το ιδεώδες που ενσάρκωνε ο Αντώνιος επαναλαμβάνεται συχνά στα κείμενα της ασκητικής γραμματείας. Υπάρχουν αρκετές αναφορές σε παραδείγματα σημαντικών πατέρων, που έφταναν σε πολύ προχωρημένη ηλικία.2 Οι πηγές μας γενικά συμφωνούν ότι πολλοί ασκητές, παρά τις στερήσεις και την καταπόνηση του σώματος, ζούσαν πολλά χρόνια. Σε πολλές περιπτώσεις επίσης αναφέρεται ότι ο θάνατος δεν συνοδευόταν από ασθένειες. Ερχόταν περισσότερο σαν φυσική συνέχεια της πορείας του μοναχού προς τον Θεό, παρά ως κατάληξη μιας σταδιακής παρακμής του σώματος. Το χαρακτηριστικό της απουσίας της ασθένειας φαίνεται πως είχε μια θέση στην εικόνα που είχαν οι κοσμικοί για τον χαρισματικό θεραπευτή. Η ασθένεια του θεραπευτή ενδέχεται μάλιστα να σκανδάλιζε τους πιστούς. Ο βοηθός του χαρισματικού θεραπευτή Ιουλιανού, Ακάκιος, φοβόταν ότι η πίστη του πλήθους, που συνέρρεε για να ζητήσει θεραπεία, θα κλονιζόταν από έναν ξαφνικό πυρετό του δασκάλου του. Παρά την αντίθετη άποψη του Ιουλιανού, τις ανησυχίες του Ακάκιου φαίνεται ότι συμμεριζόταν και ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος έσβησε τη φλόγα του πυρετού, πριν ο άγιος εκτεθεί στα βλέμματα των κοσμικών.3 Ο Παλλάδιος, περιγράφοντας μια ασθένεια του χαρισματικού θεραπευτή Βενιαμίν, σημειώνει ότι τέτοια πάθη μπορούν να βρουν ακόμη και δίκαιους ανθρώπους και δεν πρέπει να απορεί κανείς γι’ αυτό.1 Φαίνεται λοιπόν ότι οι πιστοί ανέμεναν ότι η θεραπευτική δύναμη των χαρισματικών ασκητών θα φανερωνόταν πρώτα στα σώματα των ίδιων, είτε με την ικανότητα αυτοθεραπείας, όπως στην περίπτωση του Ιουλιανού, είτε με τη διατήρηση μιας σωματικής υγείας και ευεξίας, που ήταν δύσκολο να ερμηνευτεί με φυσικούς και λογικούς όρους.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις συνθέτουν την εικόνα ενός φαινομένου, που ερμηνευόταν ως θαύμα και αποτελούσε τη βάση του χαρίσματος της ίασης. Ο τρόπος με τον οποίο η υπερφυσική δύναμη του αγίου θεμελιωνόταν στα παράδοξα και θαυμαστά χαρακτηριστικά του βίου του προέκυπτε και από άλλα σημεία. Και πρώτα από όλα φαινόταν στην ίδια την επιβίωση στην έρημο, ένα από τα κυριότερα προβλήματα των ασκητών και ένα από τα πρώτα σημάδια υπερφυσικής δύναμης. Το πρώτο θαυμαστό κατόρθωμα των ασκητών, το οποίο μετρούσε περισσότερο στη φαντασία των κοσμικών, ήταν το γεγονός ότι τολμούσαν να κατοικήσουν στην έρημο, σε μια περιοχή δηλαδή όπου δεν υπήρχε τροφή.2 Η ίδια η επιβίωσή τους στην έρημο σήμαινε ότι είχαν λύσει το πρόβλημα της διατροφής με κάποιον μη φυσικό τρόπο, είτε υπερβαίνοντας σε μη φυσικά επίπεδα την ανάγκη για τροφή είτε τρεφόμενοι από τον ίδιο τον Θεό.3 Το αρχικό αυτό θαύμα αποτελούσε τη βάση της πίστης στην κατοχή μιας υπερφυσικής δύναμης που μπορούσε να βοηθήσει και άλλους. Έτσι, εκείνοι που ζούσαν με ελάχιστα μέσα διατροφής σε έναν τόπο που δεν είχε τροφή καλούνταν να καλύψουν τις ανάγκες της κοινωνίας για τροφή. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στην ασκητική γραμματεία χωρικών που ζητούσαν από τους ασκητές να προβλέψουν τις πλημμύρες του Νείλου, να ευλογήσουν τη σοδειά τους, να την προστατέψουν από φυσικές καταστροφές, ακόμα και να εξασφαλίσουν τροφή σε περιόδους λιμών.1 Κατά τρόπο ανάλογο τεκμηριωνόταν και το χάρισμα της θεραπείας.
Όσο παράδοξη ήταν η μετατροπή της ερήμου σε πηγή τροφής, άλλο τόσο παράδοξη φαινόταν η διατήρηση της σωματικής υγείας και ευεξίας από έναν ασκητή που είχε φτάσει το σώμα του σε σημείο να αποτελείται από κόκκαλα και δέρμα. Σε έναν κόσμο που μαστιζόταν από την ασθένεια, το να υποβάλλεις το σώμα σε υπεράνθρωπους κόπους και παρόλα αυτά να μένεις υγιής ή να φτάνεις σε πολύ μεγάλη ηλικία, ήταν μια απόδειξη αγιότητας και μια ένδειξη ότι μπορείς να χαρίσεις την υγεία και σε άλλους. Το θαύμα προέκυπτε από έναν κόσμο αντιφάσεων και ίσως αυτός να ήταν και ο ορισμός του: ως θαύμα και ως χάρισμα ερμηνεύονταν, για παράδειγμα,ικανότητες, όπως το να χειρίζεται καλά τον λόγο ένας ασκητής ενώ ήταν αγράμματος ή το να γνωρίζει τις Γραφές ενώ δεν ήξερε ανάγνωση.2 Με την ίδια λογική μπορούσε να παρέχει υγεία στους άλλους χωρίς να γνωρίζει και να αξιοποιεί την ιατρική τέχνη. Στα μάτια των ασθενών, ο παράδοξος βίος των ασκητών έδειχνε ότι ο άγιος είχε κατορθώσει να ξεπεράσει τα όρια και τους περιορισμούς που έθετε η ανθρώπινη φύση. Η εντύπωση της υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης δινόταν καταρχάς από την υπεράνθρωπη άσκηση. Η απόλυτη ερωτική αποχή, ο περιορισμός της ανάγκης για τροφή στο ελάχιστο, η μείωση της ανάγκης για ύπνο, οι μακρές ορθοστασίες, αποτελούσαν αποδείξεις ότι οι μοναχοί δεσμεύονταν από τις ανάγκες του σώματός τους λιγότερο από τον μέσο άνθρωπο.
Η πρόοδος ενός ασκητή μετριόταν, μεταξύ άλλων, και από τις αντοχές του στην άσκηση, οι οποίες βελτιώνονταν κατά τρόπο ανάλογο με την πνευματική του εξέλιξη.3 Ολόκληρος ο ασκητικός βίος μαρτυρούσε τη σταθερή προσπάθεια των αγίων να υπερβούν αυτό που φαινόταν ως ανυπέρβλητος κανόνας της φύσης. Οι ίδιοι πίστευαν ότι κάτι τέτοιο ήταν εφικτό και τα κατορθώματά τους έδειχναν ότι πολλοί από αυτούς το πετύχαιναν στην πράξη. Η εικόνα του Συμεώνη πάνω στον στύλο και οι φήμες ότι δεν έτρωγε ούτε κοιμόταν, έκαναν κάποτε κάποιον διάκονο να τον ρωτήσει ευθέως αν ήταν άνθρωπος ή ασώματη φύση.1 Η ερώτηση του διακόνου οριοθετεί τα δύο επίπεδα μεταξύ των οποίων κινούνταν οι χαρισματικοί ασκητές. Από τη μια μεριά ως άνθρωποι μετείχαν στην ανθρώπινη φύση και αντιμετώπιζαν τις κοινές ανάγκες και επιθυμίες όλων των θνητών. Από την άλλη μεριά όμως, με τον ασκητικό τους βίο, προσπαθούσαν να υπερβούν το ανθρώπινο επίπεδο, να αναβαθμίσουν πνευματικά την ανθρώπινη φύση τους.
Αγνοούσαν τους φυσικούς νόμους και οι φυσικοί νόμοι έδειχναν να μην ισχύουν απόλυτα πάνω τους.2 Επεδίωκαν συνειδητά να φέρουν το σώμα τους σε μια κατάσταση που θα επηρεαζόταν λιγότερο από τη φυσική φθορά και θα ήταν πιο κοντά στο ιδεώδες του αναστημένου σώματος.3 Δεν ήταν θεοί, ούτε ακριβώς άνθρωποι, αλλά κινούνταν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ θεϊκού και ανθρώπινου επιπέδου, κάτι που τους έκανε κατάλληλους να λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα δύο επίπεδα.4 Αυτή η ιδιότητά τους αποτελούσε και τη βασικότερη προϋπόθεση για τη χορήγηση των χαρισμάτων. Τα χαρίσματα ουσιαστικά ήταν τρόποι σύνδεσης ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους. Η ύπαρξη και η λειτουργία τους σήμαινε την ύπαρξη μιας σχέσης ανάμεσα στο θεϊκό και το ανθρώπινο επίπεδο. Έτσι, τα πρόσωπα που κατείχαν τα χαρίσματα λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές, ως γέφυρες για τη μεταφορά της θεϊκής δύναμης στους ανθρώπους.











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
αφήστε την γνώμη σας